28 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη, ο οποίος έπεσε νεκρός από τις σφαίρες της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη, ήταν το πρωί της 26ης Σεπτέμβρη του 1989.
Ο Παύλος Μπακογιάννης είχε καταγωγή από την Ευρυτανία. Γιος ιερέα, κατάφερε με πολλές θυσίες να σπουδάσει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο έχοντας πυξίδα σε κάθε του κίνηση την ιδιαίτερη του πατρίδα. Δίχως να γνωρίζει τη γλώσσα, έφυγε στη Δυτική Γερμανία όπου απέκτησε πτυχίο Πολιτικής Οικονομίας και Πολιτικών Επιστημών των Πανεπιστημίων Μονάχου, ενώ ανακηρύχθηκε κατόπιν Διδάκτωρ των Κοινωνικών Επιστημών, στο Πανεπιστήμιο της Κωστάντσας. Στο Μόναχο δίδαξε Πολιτικές Επιστήμες και Δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60 και για 10 χρόνια, ήταν διευθυντής του ελληνόφωνου προγράμματος της ραδιοφωνίας της Βαυαρίας. Σε μία πτήση του προς Ελλάδα, έμαθε στο αεροδρόμιο για τη χούντα. Άφησε το αεροπλάνο να φύγει και πήγε αμέσως να κάνει αντιδικτατορική εκπομπή, ενώ σύντομα ξεκίνησε επαφές με πολιτικές ομάδες του εξωτερικού, γεγονός που ενόχλησε τη Χούντα, που του αφαίρεσε την ελληνική ιθαγένεια.
Τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, ο Παύλος Μπακογιάννης επέστρεψε στην Ελλάδα, παντρεύτηκε τη Ντόρα Μητσοτάκη, με την οποία έκανε δύο παιδιά. Την Αλεξία και τον Κώστα, ενώ παράλληλα είναι αναπληρωτής του Δημήτρη Χορν στη διεύθυνση της ΕΡΤ. Από το Νοέμβριο του 1985 συνδέεται πολιτικά με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ενώ το 1989 εκλέγεται βουλευτής Ευρυτανίας.
Στην κυβέρνηση του μεγάλου συμβιβασμού του Τζαννετάκη, υπήρξε διαπραγματευτής της Νέας Δημοκρατίας στις συζητήσεις με τα άλλα πολιτικά κόμματα, ενώ εισηγείται την άρση των συνεπειών του Εμφυλίου Πολέμου.
Στην ιστορία έχει μείνει ίσως η σημαντικότερη φράση – παρακαταθήκη του στις νεότερες γενιές, πως «στις Δημοκρατίες δεν υπάρχουν αδιέξοδα», ενώ η επισήμανση του πως «μπορούμε και διαφωνούμε, γιατί μπορούμε να συνυπάρχουμε», είναι ίσως πιο επίκαιρη από ποτέ.
